δαμασώνιον

δαμασώνιον, τό,
A = ἄλισμα, Dsc.3.152; = ἅλιμος, Ps.-Dsc.1.91.
II a diuretic, Pall.inHp.2.18D.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δαμασώνιον — inHp. neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμασώνιον — το βλ. δαμασόνιον …   Dictionary of Greek

  • δαμασωνίου — δαμασώνιον inHp. neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμασωνίῳ — δαμασώνιον inHp. neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμασόνιο — το (Α δαμασόνιον και δαμασώνιον) νεοελλ. γένος αλισματοειδών φυτών αρχ. 1. το φυτό άλισμα 2. το φυτό άλιμος 3. διουρητικό φάρμακο. [ΕΤΥΜΟΛ. < δαμάζω. Ο συνηθέστερος στην Αρχαία τ. δαμασώνιον σχηματίστηκε αναλογικά προς τις ονομασίες φυτών σε… …   Dictionary of Greek

  • damasonio — (del lat. «damasonĭum», del gr. «damasṓnion») m. Azúmbar (planta alismatácea). * * * damasonio. (Del lat. damasonĭum, y este del gr. δαμασώνιον). m. azúmbar (ǁ planta alismatácea) …   Enciclopedia Universal

  • damasonio — (Del lat. damasonĭum, y este del gr. δαμασώνιον). m. azúmbar (ǁ planta alismatácea) …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.